ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ ~ Το λιμάνι όπου έγινε μια από τις πιο ιστορικές μάχες της Ευρώπης εναντίον των Οθωμανών


Ναυμαχία της Ναυπάκτου, δύο ιστορίες αιχμαλωσίας και επιστροφής στο σπίτι


Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) με μεγάλη πιθανότητα είναι ένα από τα πιο γνωστά γεγονότα στην μακρόχρονη ιστορία των σχέσεων Τουρκίας – Ευρώπης. Από τον 16ο αιώνα και εδώ, τα σύμβολα, οι αναμνήσεις και τα αισθήματα που θυμίζει η ναυμαχία αυτή, υπήρξαν παντοτινά χαρακτηριστικά για τη σύγκριση των ισλαμικών και δυτικών αντιλήψεων. Πέραν από μια απλή ναυμαχία συνέδεσε με απρόσμενο τρόπο την μοίρα διαφορετικών ανθρώπων. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που μαρτυρεί αλληλένδετες έννοιες αιχμαλωσίας, ξενιτιάς και ξαφνικής επιστροφής στο σπίτι του διάσημου Ισπανού συγγραφέα του Μεσαίωνα Μιγκέλ ντε Θερβάντες που ήταν από τις αναδυόμενες φιγούρες της δυτικής λογοτεχνίας και του Οθωμανού κρατικού προσώπου, ιστορικού και ποιητή Χιντλί Μαχμούτ.

Είχε δημιουργήσει μεγάλη απήχηση η ήττα του οθωμανικού στόλου στην Νάυπακτο στον Κορινθιακό Κόλπο από τον ευρωπαϊκό στόλο του οποίου ηγούνταν ο Δον Ιωάννης ο Αυστριακός. Το σοκ που έζησαν οι Ευρωπαίοι ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των Οθωμανών: οι Τούρκοι που ήταν αήττητοι επί αιώνες είχαν νικηθεί για πρώτη φορά και η Ευρώπη είχε πάψει να μετατραπεί σε Τουρκική Λίμνη όπως φοβούνταν.

Διοργανώθηκαν τελετές σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και στρώθηκαν τραπέζια. Κυριαρχούσε ο ενθουσιασμός της νίκης. Ήταν πολύ κοντά « η πτώση των Τούρκων». Ο θεός που είχε εγκαταλείψει τους καλούς Χριστιανούς στη Ευρώπη για τις αμαρτίες τους, είχε τελικά τρέξει στη βοήθεια τους. Ο Πάπας Πίους ο Ε΄ που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Νίκη της Ναυπάκτου, είχε εξασφαλίσει μια καλή θέση για να ξεκινήσει νέο πόλεμο εναντίον των “saracen” (όπως ονομάζονταν οι Μουσουλμάνοι κατά τις Σταυροφορίες) .

Ο ενθουσιασμός της νίκης αυτής όμως δεν διήρκησε πολύ. Την ίδια χρονιά οι Οθωμανοί κατέκτησαν την Κύπρο. Επέστρεψαν με μεγαλύτερη δύναμη ανανεώνοντας τον στόλο τους. Ο πρωθυπουργός του Σουλτάνου Σελήμ του Β΄ Σοκολού Μεχμέτ Πασά είχε πει την εξής φράση στον πρέσβη της Βενετίας Marcantonio Barbaro : “Ήρθατε να δείτε πως βγάζουμε πέρα με την ατυχία αυτή. Θέλω όμως να κινήσω την προσοχή σας στη διαφορά μεταξύ της δικιάς μας απώλειας και της δικιάς σας. Παίρνοντας την Κύπρο από εσάς κόψαμε το χέρι σας, εσείς μας κόψατε τα γένια νικώντας τον στόλο μας στην Ναύπακτο. Δεν αντικαθίσταται το χέρι που κόβεται αλλά τα γένια που ξυρίζονται φυτρώνουν πιο γερά» . Μετά από χρόνια ο Voltaire που δεν έχανε καμία ευκαιρία για να χρησιμοποιήσει την εξυπνάδα και κυνισμό του θα έλεγε: « Οι Τούρκοι φαίνεται σαν να κέρδισαν στην Ναύπακτο» .

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου άφησε πολλά ίχνη πίσω της. Καθοδήγησε την πολιτική, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα στους αιώνες που ακολούθησαν. Αυξήθηκαν σε Ευρώπη και στο Οθωμανικό κράτος οι ιστορίες ηρωισμού, αυτοθυσίας, αιχμαλωσίας και επιστροφής στο σπίτι. Οι ιστορίες αυτές έδωσαν καταπληκτικά χρώματα στην φαντασία των νέων γενιών. Μεταξύ αυτών αξίζει να μείνουν στις μνήμες οι ισπανικές και οθωμανικές ιστορίες, από ιστορική άποψη την λογοτεχνική μεγαλειότητα και την διαπολιτισμική σημασία τους.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες γεμάτος με πίστη και αγάπη για πατρίδα συμμετείχε στον ευρωπαϊκό στόλο το 1571 στην Ναύπακτο για να αντισταθεί έναντι των Οθωμανών. Παρά την αρρώστια που είχε και τις προειδοποιήσεις του διοικητή του κατέβηκε στο πολεμικό πεδίο και τραυματίστηκε από το αριστερό του χέρι. Το δυσάρεστο αυτό γεγονός όμως ερμήνευσε ως καλοσύνη του θεού διότι επικεντρώθηκε στο δεξί του χέρι με το οποίο έγραφε, μετά το γεγονός αυτό. Θυμήθηκε με περηφάνεια τις μέρες του πολέμου και είπε : «Ήμουν εκεί εκείνη την ημέρα». Μετά από χρόνια όμως ο Θερβάντες είχε απήχθη από Μουσουλμάνους πειρατές και είχε οδηγηθεί στην Αλγερία. Εδώ έζησε αιχμάλωτος επί 5 χρόνια. Στα σημαντικότερα έργα του όπως “El Trato de Argel” (Η ζωή στο Αλγέρι), “Los Banos de Argel” (Τα Κάτεργα του Αλγερίου) και στο Δον Κιχώτης μιλά για την αιχμαλωσία αυτή. Το 1580 αφέθηκε ελεύθερος με τη βοήθεια του Δόγματος Αγίας Τριάδας (και πληρώνοντας λύτρα).

Η αιχμαλωσία του Θερβάντες επί 5 χρόνια αποτέλεσε θέμα αντιπαράθεσης στη χώρα του καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τι είχε κάνει στο διάστημα αυτό; Πρόδωσε την πίστη του; Πως εξηγούσε τις καλές σχέσεις που είχε με τον Εμίρη του Αλγερίου υπό οθωμανική κυριαρχία, Χασάν Πασα; Είχε επιχειρήσεις να δραπετεύσει 4 φορές αλλά δεν τιμωρήθηκε για τις πράξεις του αυτές. Αντιθέτως τον είχαν φερθεί καλά. Γιατί; Ερωτήματα του είδους αυτού μάλλον είχαν ενοχλήσεις τους Ισπανούς. Αλλά φαινόταν ότι ποτέ δεν έπαψε να επιθυμεί να φύγει και να φτάσει στο σπίτι. Παρατηρώντας τους Μουσουλμάνους, Χριστιανούς και Εβραίους που πηγαινοέρχονταν κατά την αιχμαλωσία του, απόκτησε σημαντικές γνώσεις για το Ισλάμ τον πολιτισμό , τέχνη και γεωγραφία της Βόρειας Αφρικής, οι οποίες πρόσθεσαν και διαφορετική αξία στα έργα του. Και βέβαια ο Θερβάντες δεν ήταν ένας φιλελεύθερος ή πλουραλιστικός. Έβλεπε το Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους στο πλαίσιο των ψευδών ιστοριών, μύθων και προκαταλήψεων του Χριστιανισμού του Μεσαίωνα. Και μάλλον μισούσε την δικιά του αιχμαλωσία. Παρόλο αυτό η επιστροφή του στο σπίτι αποτέλεσε ένα πολιτιστικό και λογοτεχνικό γεγονός. Διότι οι συνομιλίες και συναντήσεις που είχε και με τους διοικητές του Αλγερίου εκτός από τους απλούς πολίτες, του είχαν δώσει μια πολύτιμη ευκαιρία την οποία θα μπορούσαν να αποκτήσουν ελάχιστοι από τους σύγχρονους του τον 16ο αιώνα.

Ένας άλλος άνθρωπος του οποίου είχε καθορίσει την τύχη η Ναυμαχία της Ναυπάκτου ήταν ο Οθωμανός κρατικός αξιωματούχος, ποιητής και ιστορικός Χιντλί Μαχμούτ. Η ιστορία του με τίτλο «Ημερολόγιο του Χιντλί Μαχμούτ» ήταν μια ιστορία αιχμαλωσία και επιστροφής στο σπίτι σε μορφή ποιήματος. Ο Χιντλί Μαχμούτ που είχε γεννηθεί το 1513-14 στο Αφιόνκαραχισαρ, ανέβηκε ταχεία τα σκαλοπάτια της κρατικής γραφειοκρατίας, ανέλαβε πρώτα καθήκον στο δικαστήριο μετά ταμίας και πρεσβευτής. Το προσωνύμιο Χιντλί του είχε δοθεί από τον Σελήμ που τότε ήταν διάδοχος πρίγκηπας και στη συνέχεια είχε καθίσει στο θρόνο.

Οι πύλες της ατυχίας για τον Μαχμούτ είχε ανοίξει όταν πήρε μέρος στον οθωμανικό στόλο για τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Πάρθηκε αιχμάλωτος από τον Δον Ιωάννη όταν οι Οθωμανοί έχασαν την Ναυμαχία. Μετά από ένα δύσκολο ταξίδι που διήρκησε εβδομάδες ολόκληρες εστάλη πρώτα στη Μεσίνα όπως οι υπόλοιποι στη συνέχεια στο Νάπολη και από εκεί στη Ρώμη. Άνοιξε μια νέα εποχή στη ζωή του φυλακίστηκε στο Castel Sant’Angelo που ονομάζεται και Μαυσωλείο του Αδριανού. Εδώ συναντήθηκε με τον Σουλτάνο Τζεμ, Ζιζίμ όπως τον αποκαλούσαν στη Δύση, αδερφό του Μπαγιαζίτ. Όταν έχασε τον θρόνο ο Τζεμ, τα 13 τελευταία χρόνια της ζωής του πέρασε σαν αιχμάλωτος στα χέρια των ιπποτών της Ρόδου, του Πάπα Ιννοκέντιου του 8ου και διαφόρων φεουδαρχών και πέθανε το 1495 στη Νάπολη. Ο Τζεμ όταν ήταν στη Ρώμη κρατήθηκε πάντα στις ίδιες φυλακές σαν ένα πρόσωπο στο επίκεντρο της έντονης περιέργειας, τρελής φαντασίας και πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Ο Χιντλί Μαχμούτ ποτέ δεν έχασε την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα επιστρέψει στο σπίτι, κατά τα χρόνια της αιχμαλωσίας. Σκεφτόταν τη οικογένεια και τα παιδιά του με δάκρια στα μάτια. Παρακάλεσε τον θεό να τον βοηθήσει έναντι των ατυχιών. Συμβούλεψε να είναι δυνατοί στους ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκε το κελί του. Στήριξαν ο ένας τον άλλον και προσευχήθηκαν μαζί. Εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους προς τους ανθρώπους που τους είχαν φυλακίσει επειδή τους άφηναν να προσευχηθούν την Παρασκευή και να γιορτάσουν τα γενέθλια του προφήτη Μουχάμετ. Ακόμα έψαλλαν και το εζάνι στις φυλακές. Το Μαυσωλείο του Αδριανού είχε μετατραπεί σε χώρο προσευχής για τους Μουσουλμάνους.

Ο Χιντλί Μαχμούτ στο ημερολόγιο του που έγραψε σε μορφή ποιήματος και από το οποίο έφτασαν ελάχιστα αποσπάσματα στις μέρες μας, χρησιμοποίησε ως στήριγμα την λογοτεχνική του ικανότητα στις μέρες αιχμαλωσίας στη Ρώμη. Εκτίμησε την ευγενική συμπεριφορά του Δον Ιωάννη στους ίδιους . Άκησε κριτικές για τις πολιτικές πάπα στο Βατικανό. Από το κελί του στις φυλακές παρακολούθησε την εξέγερση του 1572 στη Ρώμη, τον θάνατο του Πάπα Πίους του Ε΄ και την αντικατάσταση του από τον Γρηγόριο τον 8ο. Έκανε σημαντικές παρατηρήσεις για τους ευρωπαίους και τον πολιτισμό τους. Ονειρέυτηκε την κατάκτηση της Ρώμης και είχε ονομάσει την πόλη αυτή «Κόκκινο Μήλο» που για τους Τούρκους συμβόλιζε την εξουσία και τον τελικό στόχο.

Ήταν 64 ετών όταν αφέθηκε ελεύθερος το 1575 κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Τις επόμενες μέρες της ζωής του πέρασε στην Ιστανμπούλ ασχολούμενος με τη συγγραφή του γνωστού βιβλίου «Ιστορίες των Προφητών». Το έργο αυτό είχε αφιερώσει στον Σουλτάνο Μουράτ τον Γ΄ο οποίος του είχε χαρίσει την ελευθερία του.

Τόσο για τον Θερβάντες όσο και για τον Μαχμούτ η επιστροφή στο σπίτι ήταν μια αναγέννηση και μια μεγάλη πηγή ενθουσιασμού και ευχαρίστησης. Παρά το γεγονός ότι ήταν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι και είχαν διαφορετικές εμπειρίες, έμοιαζαν τα στοιχεία που τους είχαν βοηθήσει να αντέξουν τα χρόνια της αιχμαλωσίας : πίστη, ελπίδα και κουράγιο. Ταυτόχρονα και οι δύο ήταν ξεχωριστοί άνθρωποι με την λογοτεχνική ικανότητα, δύναμη φαντασίας και το διαπολιτισμικό βάθος που κατείχαν, άλλωστε αυτά ακριβώς ήταν και τα χαρακτηριστικά που μετέφεραν τα ονόματα τους μέχρι σήμερα.

Δεν ήταν όλα αυτά βέβαια. Οι ιστορίες τους ταυτίζονται και με τις ιστορίες του Χασλαν αλ Ουαζζάν που στη Δύση είναι γνωστός και σαν ο Λέο της Αφρικής. Ο αλ Ουαζζάν είχε παρθεί όμηρος το 1518 έγινε υπηρέτης του Πάπα Λέων του 10ου και είχε γράψει το πασίγνωστο έργο του «Απεικόνιση της Ευρώπης». Το έργο «Λέων Αφρικανός» του Αμίν Μααλούφ μετατρέπει την ιστορία του σε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, δείχνοντας το πώς αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος ξεπέρασε τα εμπόδια γλώσσας, θρησκείας και πολιτισμού και κατάφερε να επιστρέψει στο σπίτι.

Οι ιστορίες αυτές μας λένε πολλά για την αντίσταση της ανθρώπινης ψυχής έναντι των δοκιμασιών και δυσάρεστων γεγονότων. Μας δείχνουν τα κοινά σημεία της αιχμαλωσίας και της επιστροφής στο σπίτι. Ταυτόχρονα όμως κινούν την προσοχή στην πολύπλοκη και αλληλένδετη δομή της επικοινωνίας ανάμεσα στις δυτικές και ισλαμικές κοινότητες . Τα παραδείγματα που φέρνουν στην υφιστάμενη διήγηση Ισλάμ – Δύσης, είναι σημαντικά σε βαθμό που δεν μπορεί να παραβλεφθούν έναντι των δοκιμασιών και δυσάρεστων γεγονότων του σήμερα.


Colfo di Lepanto

Χάρτης του κόλπου της Ναυπάκτου. Στο πρώτο επίπεδο διακρίνεται επίσης η Πάτρα, ενώ στα δεξιά o χαρτογράφος παρουσιάζει την παράταξη της αρμάδας της Ιερής Ένωσης (Lega Santa), κατά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), ενάντια στους Οθωμανούς.


ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ

Χτισμένη στους πρόποδες της οροσειράς της Πίνδου, στην είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου, η περιοχή συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Βρίσκεται ανάμεσα στο Αντίρριο και τις εκβολές του ποταμού Μόρνου και αποτελεί μία από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις. «Κουβαλά» 2,5 χιλιάδες χρόνια ιστορίας, κατά τα οποία γνώρισε μεγάλη ακμή και συνδέθηκε με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την άρτια οχύρωσή της, η οποία ξεκινά από το λιμάνι, συνεχίζεται με τρία αλλεπάλληλα τείχη και καταλήγει στο κάστρο.

Λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τις λέξεις ναυς και πήγνυμι, που σημαίνει «κατασκευάζω πλοίο». Η ιστορία της αρχίζει από το 1104 π.Χ, όταν οι Δωριείς κατά την κάθοδό τους χρησιμοποίησαν τη Ναύπακτο για να κατασκευάσουν σχεδίες. Το άγαλμα του Θερβάντες, Η ετήσια εκδήλωση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου γίνεται 10 οκτωβρίου Η φονική ναυμαχία Η ιστορία της περιοχής κορυφώνεται με την περιβόητη ναυμαχία-ορόσημο του 1571, που έλαβε χώρα στο στόμιο του Πατραϊκού Κόλπου δίπλα στις Εχινάδες νήσους. Στις 7 Οκτωβρίου 1571 ο στόλος της Lega Santa (Ιερά Ένωση) δηλαδή Ισπανία, Βενετία, Γένουα, Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας, δουκάτο της Σαβόιας, δουκάτο του Ουρμπίνο, δουκάτο της Τοσκάνης και οι δυνάμεις του Πάπα, αντιμετώπισαν τον οθωμανικό στόλο του σουλτάνου Σελίμ Β’. Ο Ιερός Συνασπισμός δημιουργήθηκε ως ρωμαιοκαθολικό αντίβαρο στην οθωμανική ναυτική ισχύ. Τη γενική διοίκηση του χριστιανικού στόλου είχε Δον Ιωάννη ο Αυστριακός (Δον Ζουάν d’Austria). Η ναυμαχία αυτή υπήρξε σημαντικό ιστορικό γεγονός, καθώς σε αυτήν αναχαιτίσθηκε η απειλητική για την Ευρώπη τουρκική ναυτική δύναμη.

Εκεί πολέμησε και τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι του ο συγγραφέας του «Δον Κιχώτη», ο Μιχαήλ Θερβάντες. Το άγαλμά του κοσμεί σήμερα την πόλη και βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του λιμανιού στο επονομαζόμενο «Πάρκο Θερβάντες». Γλαφυρή είναι η περιγραφή που περιέχεται στα απομνημονεύματα ενός ανώνυμου συγγραφέα, τον οποίο αναφέρει ο Γκουΐγιέν: «Η μεγάλη ένταση της μάχης διήρκεσε σχεδόν 4 ώρες και ήταν τόσο αιματηρή και φοβερή, ώστε η θάλασσα και η φωτιά έμοιαζαν να έχουν γίνει ένα, καθώς πολλές τούρκικες γαλέρες καίγονταν και η επιφάνεια του νερού είχε γίνει κόκκινη από το αίμα…αλλά κυρίως πτώματα, χριστιανών και Τούρκων. Άλλοι ήταν νεκροί, άλλοι τραυματίες, άλλοι ήταν κομματισμένοι, ενώ κάποιοι δεν είχαν αφεθεί ακόμη στην έσχατη μοίρα τους και αγωνίζονταν να κρατηθούν στην επιφάνεια στις τελευταίες τους στιγμές, ενώ οι δυνάμεις τους τους εγκατέλειπαν…αλλά παρ’όλη αυτή τη δυστυχία οι άνδρες μας δεν αισθάνονταν οίκτο για τους εχθρούς…και ενώ αυτοί ζητούσαν έλεος, αντίθετα δέχονταν βολές από αρκεβούζια και χτυπήματα με τα κοντάρια»….

Η ελληνική συμμετοχή Σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Βασιλόπουλο («Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου: 7 Οκτωβρίου 1571»- πηγή «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ι»), η ελληνική συμμετοχή στον χριστιανικό στόλο ήταν αξιοσημείωτη, καθώς στα ενετικά πολεμικά πλοία, πολλά από αυτά εξοπλίστηκαν και διοικούνταν από Έλληνες της Βενετίας. Επίσης, υπήρχαν τέσσερις γαλέρες από την Κέρκυρα (υπό τους Χριστόφορο Κοντοκάλη, Πέτρο Μπούα, Γεώργιο Κοκκίνη, Στυλιανό Χαλικιόπουλο), καθώς και τέσσερα πολεμικά από τη Ζάκυνθο (Αντώνιος Κουτούβαλης, Νικόλαος Μονδίνος, Δημήτριος Κομούτος, Μαρίνος Σιγούρος). Σε μικρότερα σκάφη επίσης βρίσκονται και αρκετοί Κεφαλλονίτες, καθώς και εθελοντές από τα Κύθηρα και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η κρητική συμμετοχή, με 22 Κρητικούς ευγενείς βενετικής και 6 ελληνικής καταγωγής να κυβερνούν γαλέρες. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων επίσης υπηρετούσαν ως στρατιώτες ή κωπηλάτες σε ενετικά πλοία. «Από την Κρήτη στρατολογήθηκαν στα τρία χρόνια του πολέμου γύρω στις 7.000 οπλίτες διαφόρων ειδικοτήτων και 9.000 κωπηλάτες», αναφέρεται χαρακτηριστικά, με τον ίδιο τον Δον Ιωάννη να θεωρεί ως πλέον αξιόμαχο τμήμα του ενετικού στόλου αυτό που είχε εξοπλιστεί και επανδρωθεί στην Κρήτη. Ακόμη, πολλοί Έλληνες υπηρετούσαν και στον ισπανικό στόλο. Τα ονόματα των Ελλήνων καπετάνιων που πολέμησαν στη ναυμαχία, όπως αναφέρεται, περιλαμβάνουν τους Γεώργιο Καλλέργη, Στυλιανό Κονδυλάκη, Πέτρο Μπούα, Μιχαήλ Βιτσιμπάνο, Αντώνιο Τσιμάρα, Νικόλα Μουδινό, Γεώργιο Κοκκίνη, Νικόλαο Φισκάρδο, Αντώνιο Κουτσούβαλη, Δανιήλ Καλαφάτη, Μιχαήλ Σιγούρο, Φραγκίσκο Βομβίνο, Στυλιανό Χαλκιόπουλο, Ανδρέα Καλέγκα….

Παράλληλα και στην πλευρά των Οθωμανών, εκτιμάται ότι μεταξύ των πληρωμάτων (περιλαμβανομένων κωπηλατών) το ποσοστό των Ελλήνων δεν ήταν μικρότερο του 30%. Γενικότερα, όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, μεταγενέστερες εκτιμήσεις (Φίνλεϊ) κάνουν λόγο για 30.000 Έλληνες μαζί και στους δύο στόλους, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους Έλληνες μαχητές, κυρίως Κρητικούς, που βρίσκονταν στην ομάδα που συγκρούστηκε και κατανίκησε την ισχυρή μοίρα της Κωνσταντινούπολης. Στην επίσημη ιστορία που συντάχθηκε με εντολή της Συγκλήτου της Βενετίας επαινείται η μεγάλη ανδρεία των Ελλήνων: «Το ιταλικό πεζικό κέρδισε πολλούς επαίνους. Και οι Ισπανοί δεν αξίζουν λιγότερους. Αλλά από όλους τους άλλους, οι Έλληνες έδειξαν περισσότερο θάρρος και πειθαρχία. Επειδή ήταν πιο συνηθισμένοι σε αυτό το είδος του πολέμου, και ήξεραν όλους τους τρόπους για να καταφέρουν πλήγματα και να αποφεύγουν να τα δέχονται οι ίδιοι, συμπεριφέρθηκαν πολύ αξιέπαινα και αποδοτικά». Τον Ιούλιο του 1687 η Ναύπακτος καταλήφθηκε από τους Ενετούς και έμεινε υπό την κυριαρχία τους για 12 χρόνια. Με την Συνθήκη του Κάρλοβιτς, η Ναύπακτος όπως και η υπόλοιπη Στερεά περιήλθε στους Τούρκους. Το 1821 οι κάτοικοι της περιοχής πήραν μέρος στην Επανάσταση. Τον Απρίλιο του 1829 η Ναύπακτος απελευθερώθηκε οριστικά από τους Τούρκους, όταν ο Ανδρέας Μιαούλης απέκλεισε το λιμάνι της πόλης και ανάγκασε τους Τούρκους να παραδώσουν το φρούριο….

Το ενετικό λιμάνι, με τους δύο πύργους που κλείνουν την είσοδο του, αποτελεί το σήμα κατατεθέν της Ναυπάκτου. Αποτελούσε τμήμα της οχύρωσης της μεσαιωνικής Ναυπάκτου, ενώ σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς και συνάντησης για τους κατοίκους της καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Οι πολύχρωμες βάρκες και τα ιστιοπλοϊκά δίνουν το δικό τους χρώμα σε ένα από τα πλέον πολυφωτογρα φημένα σημεία της Δυτικής Ελλάδας. Πάνω από την πόλη δεσπόζει το Κάστρο της Ναυπάκτου, που αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Έλληνες, Τούρκοι, Ενετοί, Άγγλοι και πειρατές, το χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριό τους, βάζοντας ο καθένας και τη δική του σφραγίδα στη σημερινή του μορφή. Το κάστρο της Ναυπάκτου δεν κατακτήθηκε ποτέ αν και πολιορκήθηκε πολλές φορές ….

Η θέα από το κάστρο είναι μοναδική, με τον Κορινθιακό κόλπο «στο πιάτο» και την φωτισμένη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Κατά την επίσκεψη στο κάστρο, μπορεί κανείς να έχει μια ευχάριστη συνάντηση με τα σκιουράκια που ζουν στην πευκόφυτη έκταση και είναι πολύ εξοικειωμένα με τους ανθρώπους. Από το Κάστρο ξεκινούν τα πλακόστρωτα καλντερίμια που προσφέρονται για μια βόλτα κάτω από το μεσαιωνικό πέπλο της παλιάς πόλης. …

Ανηφορίζοντας από το πλακόστρωτο σοκάκι πίσω από τον Μητροπολιτικό Ναό του Άγιου Δημήτριου, του πολιούχου της Ναυπάκτου, θα αντικρίσει κανείς το Ρολόι της πόλης που χτίστηκε το 1914 από τον Μητροπολίτη Σεραφείμ Δομβοϊτη. Οι ντόπιοι το αποκαλούν «Σεραφείμ» προς τιμή του εμπνευστή του. Η καρδιά της πόλης χτυπά στο Στενοπάζαρο, το πλακόστρωτο σοκάκι που σφύζει από ζωή, με διώροφα παραδοσιακά κτίρια, καλαίσθητα καφέ και προσεγμένα εμπορικά καταστήματα. Στο σημείο αυτό βρισκόταν παλιότερα η κεντρική αγορά της πόλης….

Πάνω ακριβώς από την πλατεία του λιμανιού βρίσκονται τα Μποτσαρεϊκα, μια συνοικία με πλακόστρωτα σοκάκια που πήρε το όνομά της από τον Πύργο του Μπότσαρη. Ο πύργος κατασκευάστηκε από τους Βενετούς τον 15ο αιώνα και χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία των τότε κατακτητών της πόλης. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το οίκημα περιήλθε στον Σουλιώτη στρατηγό Νότη Μπότσαρη. Σήμερα ο Πύργος ανήκει στο ίδρυμα Δημητρίου και Αίγλης Μπότσαρη και στους χώρους του στεγάζεται η έκθεση για τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να δει ισπανικές πανοπλίες, σημαίες και παντιέρες των χωρών που συμμετείχαν αλλά και αντίγραφα έργων που εκτίθενται σε μουσεία της Ευρώπης και έχουν σαν θέμα τη Ναυμαχία….

Η Ναύπακτος διαθέτει δύο τεράστιες παραλίες, τη Ψανή και το Γρίμποβο, η καθεμιά από τις οποίες βρίσκεται σε διαφορετική πλευρά του λιμανιού. Το χαρακτηριστικό τους είναι τα αιωνόβια πλατάνια που φθάνουν στην ακροθαλασσιά και προσφέρουν τον ίσκιο τους στους λουόμενους. Πολύ κοντά βρίσκεται η παραλία Παραθάλασσο με τα βαθιά κρύα νερά, απέναντι από τη λίμνη. Λίγα χιλιόμετρα πιο μακρυά από το λιμάνι της Ναυπάκτου, κοντά στο χωριό Βλαχομάντρα, συναντώνται οι λάτρεις του ράφτινγκ, οι οποίοι απολαμβάνουν τα νερά του Εύηνου ποταμού και το τοπίο της ορεινής πλέον φύσης….

Από τη Ναύπακτο κατάγονται διάφορες σημαντικές προσωπικότητες όπως ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ακαδημαϊκός λογοτέχνης και πολιτικός Γεώργιος Αθανασιάδης – Νόβας, ο συγγραφέας Σπύρος Μελάς και άλλοι.

About Click me

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΗΣ. ************************************************************ THIS WEBSITE IS INVITED TO RESIDENTS OF THE MUNICIPALITY OF NAFPAKTIA AND TO THOSE VISITORS.

3 σκέψεις σχετικά με το “ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ ~ Το λιμάνι όπου έγινε μια από τις πιο ιστορικές μάχες της Ευρώπης εναντίον των Οθωμανών

  1. Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου αιώνα

    Τα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ήταν μια ομολογουμένως δύσκολη περίοδος για τον Ελληνισμό: Το πρώτο μέρος του μεγάλου κεφαλαίου της Τουρκοκρατίας είδε τον ελλαδικό χώρο να έχει μετατραπεί σε ένα θέατρο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των Οθωμανών και δυτικών δυνάμεων (Ενετών, Γενοβέζων κ.α.), που μάχονταν για την κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο- με τους Έλληνες να βρίσκονται στη μέση, και πολύ συχνά να συμμετέχουν σε αυτές τις αναμετρήσεις είτε ως μισθοφόροι είτε εξαναγκαζόμενοι μέσω στρατολόγησης.

    Μεταξύ αυτών των αναμετρήσεων, δεσπόζουσα θέση κατέχει η αποφασιστικής σημασίας ναυμαχία της Ναυπάκτου (Λέπαντο), στις 7 Οκτωβρίου 1571, όταν ο στόλος της Lega Santa (Ιερά Ένωση/ Συνασπισμός- Ισπανία, Βενετία, Γένουα, Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας, δουκάτο της Σαβόιας, δουκάτο του Ουρμπίνο, δουκάτο της Τοσκάνης και οι δυνάμεις του Πάπα) αντιμετώπισε τον οθωμανικό στόλου του σουλτάνου Σελίμ Β’. Σε μια περίοδο κατά την οποία η οθωμανική ισχύς φάνταζε εξαιρετικά μεγάλη απειλή για τον χριστιανικό κόσμο, η ναυμαχία της Ναυπάκτου, με τον χαρακτήρα «σταυροφορίας», αποτέλεσε ένα βαρύ πλήγμα για τον σουλτάνο, υπενθυμίζοντας ότι οι οθωμανικές αρμάδες δεν ήταν αήττητες και αποτελώντας κομβικό σημείο για τις ναυτικές τακτικές, καθώς σήμανε το τέλος της εποχής των κωπήλατων πολεμικών πλοίων και των «παραδοσιακών» τακτικών (π.χ εμβολισμοί), ανοίγοντας τον δρόμο για τα ιστιοφόρα με το βαρύ πυροβολικό.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Η σύγκρουση έλαβε χώρα στην είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου, κοντά στις νότιες Εχινάδες και το Ακρωτήριο Σκρόφα, με τη ναυμαχία να παίρνει το όνομά της όχι από την πόλη της Ναυπάκτου, αλλά από τον κόλπο, τον οποίο τότε οι Ενετοί αποκαλούσαν «Κόλπο της Ναυπάκτου».

    Το υπόβαθρο και η πορεία προς τη ναυμαχία

    Τον 16ο αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της: Έχοντας αλώσει την Κωνσταντινούπολη και καταλύσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οθωμανική δύναμη είχε επεκταθεί σε Βαλκάνια, Βόρεια Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, ασκώντας ισχυρή πίεση στα βασίλεια της Χριστιανοσύνης- η οποία μαστιζόταν επίσης από την αντιπαράθεση μεταξύ προτεσταντών και Ρωμαιοκαθολικών. Στην ανατολική, ηπειρωτική Ευρώπη, κύριος αντίπαλος των Οθωμανών ήταν οι Αψβούργοι ηγεμόνες, που τους σταμάτησαν σε δύο κρίσιμες πολιορκίες της Βιέννης, το 1529 και το 1683. Στη θάλασσα, οι οθωμανικές αρμάδες φάνταζαν εξίσου πανίσχυρες- αξίζει να σημειωθεί πως, με τη στήριξη της Γαλλίας, που είχε παραχωρήσει ναυτική βάση στην Τουλόν, είχαν απειλήσει μέχρι και τη Μάλτα, έχοντας χτυπήσει άλλα χριστιανικά οχυρωμένα προπύργια όπως η Ρόδος και η Κύπρος.

    Ο Ιερός Συνασπισμός δημιουργήθηκε ως ρωμαιοκαθολικό αντίβαρο στην οθωμανική ναυτική ισχύ, υπό την ηγεσία της Ισπανίας, ωστόσο το κύριο βάρος – στρατιωτικά και οικονομικά- το είχε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Η δημιουργία της αποτελούσε το έργο του Πάπα Πίου του Ε’, και σε πρώτη φάση ο στόχος ήταν η σωτηρία της υπό ενετική κυριαρχία Αμμοχώστου, μετά την πτώση των άλλων ενετικών κτήσεων στα χέρια των Οθωμανών. Ο χριστιανικός στόλος – υπό τη γενική διοίκηση του Δον Ιωάννη του Αυστριακού (Δον Ζουάν d’Austria)- κατέφθασε στη Νάπολη στις 14 Αυγούστου του 1571 και στη συνέχεια στην Κεφαλονιά, όπου έγινε γνωστή η πτώση της Αμμοχώστου και τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε ο διοικητής του φρουρίου, Μάρκο Αντόνιο Μπραγκαντέν. Ακολούθως, ο ενωμένος στόλος κατευθύνθηκε προς τον Πατραϊκό Κόλπο, όπου και συναντήθηκε με την οθωμανική δύναμη, που είχε αποσταλεί στην περιοχή με εντολές από τον σουλτάνο να εμπλακεί.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Όπως αναφέρεται στο «Lepanto 1571: The Greatest Naval Battle of the Renaissance» του Άνγκους Κόσνταμ, ο χριστιανικός στόλος, υπό τη διοίκηση του Δον Ιωάννη του Αυστριακού (με υποδιοικητή τον Μαρκαντόνιο Κολόνα) διέθετε 206 γαλέρες και 6 γαλεάσσες (νέος βενετικός τύπος ιδιαίτερα μεγάλης γαλέρας, οπλισμένος με πολύ βαρύ πυροβολικό). Την αριστερή πτέρυγα διοικούσε ο Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγο, με 2 ενετικές γαλεάσσες, 39 ενετικές γαλέρες, 12 ισπανικές γαλέρες, μία παπική και μία γενοβέζικη. Στο κέντρο της παράταξης βρισκόταν ο Δον Ιωάννης, με 2 ενετικές γαλεάσσες, 15 ισπανικές γαλέρες, 29 ενετικές, 8 γενοβέζικες, 6 παπικές και 3 των Ιωαννιτών Ιπποτών. Στα δεξιά τη διοίκηση είχε ο Τζιοβάνι Αντρέα Ντόρια, με τις 2 τελευταίες ενετικές γαλεάσσες, 10 ισπανικές γαλέρες, 16 γενοβέζικες, 25 ενετικές και δύο παπικές. Τη διοίκητη της οπισθοφυλακής είχε ο Δον Αλβάρο ντε Μπαζάν, με 38 γαλέρες (13 ισπανικές, 12 ενετικές, 3 παπικές, 2 γενοβέζικες), ενώ την εμπροσθοφυλακή διοικούσε ο Χουάν ντε Καρντόνα, με 8 γαλέρες.

    Στην άλλη πλευρά βρισκόταν ο οθωμανικός στόλος του καπουδάν πασά Αλή Ζαζέ Μουεζίν, με 216 γαλέρες και 56 γαλιότες. Στην αριστερή πτέρυγα διοικητής ήταν ο Ουλούτς Αλί Ρεΐς, με 61 γαλέρες και 32 γαλιότες, στο κέντρο βρισκόταν ο καπουδάν πασάς, με 87 γαλέρες σε δύο γραμμές και στα δεξιά ο Μεχμέτ Σιρόκο, με 60 γαλέρες και 2 γαλιότες. Την οπισθοφυλακή διοικούσε ο Αμουρέτ Ντραγκούτ Ραΐς, με 8 γαλέρες και 22 γαλιότες.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Οι αριθμοί που παρουσιάζει ο Χιου Μπιτσένο στο «Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, 1571» είναι σε γενικές γραμμές παρεμφερείς: Κατά τον Μπιτσένο, οι δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού ανέρχονταν σε 208 πλοία (6 γαλεάσσες, 10 ναυαρχίδες, 38 βαριές γαλέρες, 154 γαλέρες), ενώ των Οθωμανών σε 251 (39 βαριές γαλέρες, 167 γαλέρες, 10 υπερναυαρχίδες, 35 γαλιότες). Κατά τον Μπιτσένο, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, οι Ιερός Συνασπισμός είχε περίπου 26.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένης όμως γερμανικής δύναμης που έμεινε πίσω στην Κέρκυρα. Το βασικό πλεονέκτημα της χριστιανικής δύναμης ήταν στο πυροβολικό: χαρακτηριστικά, μια γαλεάσσα (πλήρωμα 100 ανδρών, 150 στρατιώτες και 270 κωπηλάτες) διέθετε 5 βαριά κανόνια και 8 μεσαία, ενώ μια βαριά γαλέρα (40 άνδρες πλήρωμα, 100 στρατιώτες, 156 κωπηλάτες) είχε 1 βαρύ και 6 μεσαία, τη στιγμή που μια «κανονική» γαλέρα (30 άνδρες πλήρωμα, 80 στρατιώτες, 144 κωπηλάτες) είχε 1 βαρύ και 4 μεσαία κανόνια. Αντίστοιχα, στον οθωμανικό στόλο, τα σκάφη που θεωρούνταν τα αντίστοιχα των ενετικών γαλεασσών είχαν πλήρωμα 40 ανδρών, με 150 στρατιώτες και 156 κωπηλάτες και 1 βαρύ κανόνι με 4 μεσαία, τη στιγμή που στις κανονικές γαλέρες (30 άνδρες πλήρωμα, 120 στρατιώτες, 144 κωπηλάτες) τα κανόνια ήταν 1 βαρύ και 2 μεσαία. Οι ναυαρχίδες τους διέθεταν μόλις 1 βαρύ κανόνι (με 30 άνδρες πλήρωμα, 100 στρατιώτες και 126 κωπηλάτες), ενώ οι γαλιότες (25 πλήρωμα, 80 στρατιώτες, 108 κωπηλάτες) είχαν μόλις ένα μεσαίο κανόνι. Οι υπερναυαρχίδες τους ωστόσο διέθεταν 3 βαριά κανόνια και 6 μεσαία, ενώ οι βαριές γαλέρες 1 βαρύ και 6 μεσαία. Σημειώνεται ότι οι περισσότερες γαλέρες του 16ου αιώνα είχαν τα πυροβόλα στην πλώρη και στην πρύμνη, ενώ υπήρχαν και μικρότερα περιστρεφόμενα κανόνια.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Συνολικά, όσον αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό των δύο στόλων, οι δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού υπολογίζονται σε 7.515 άνδρες σε πληρώματα και 22.840 στρατιώτες, Στους κωπηλάτες, οι μάχιμοι (βοηθητικοί μαχητές) εκτιμώνταν σε 31.739 και οι άμαχοι (θεωρούμενοι ως μη άξιοι εμπιστοσύνης σε περίπτωση ναυμαχίας) στους 2.289. Αντίστοιχα, οι Οθωμανοί διέθεταν 8.165 άνδρες πληρωμάτων, 31.490 στρατιώτες, 18.071 μάχιμους κωπηλάτες και στους 19.081 άμαχους. Όσον αφορά στο πυροβολικό, ο χριστιανικός στόλος διέθετε 266 βαριά πυροβόλα και 1.068 μεσαία, ενώ οι Οθωμανοί 216 και 525 αντίστοιχα. Όσον αφορά στον εξοπλισμό των μαχομένων, οι χριστιανικές δυνάμεις είχαν πλεονέκτημα, με μεγάλο αριθμό αρκεβουζίων και πρώιμων μουσκέτων, ενώ οι Οθωμανοί Τούρκοι βασίζονταν κυρίως σε τόξα. Επίσης, αν και εμπειροπόλεμα από πειρατική δράση, τα οθωμανικά πληρώματα πολεμούσαν χωρίς θωράκιση- τη στιγμή που οι δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από άνδρες με πανοπλίες.

    Οι Έλληνες στη ναυμαχία της Ναυπάκτου

    Όσον αφορά στην παρουσία Ελλήνων ναυτικών, κωπηλατών και μαχητών στη ναυμαχία, υπήρχε και στους δύο στόλους, είτε ως εθελοντές, είτε (περισσότερο στην περίπτωση των Οθωμανών) ως αναγκαστικά στρατολογηθέντες. Σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Βασιλόπουλο («Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου: 7 Οκτωβρίου 1571»- πηγή «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ι»), η ελληνική συμμετοχή στον χριστιανικό στόλο ήταν αξιοσημείωτη, καθώς στα ενετικά πολεμικά περιλαμβάνονταν πολλά τα οποία εξοπλίστηκαν και διοικούνταν από Έλληνες της Βενετίας. Επίσης, υπήρχαν τέσσερις γαλέρες από την Κέρκυρα (υπό τους Χριστόφορο Κοντοκάλη, Πέτρο Μπούα, Γεώργιο Κοκκίνη, Στυλιανό Χαλικιόπουλο), καθώς και τέσσερα πολεμικά από τη Ζάκυνθο (Αντώνιος Κουτούβαλης, Νικόλαος Μονδίνος, Δημήτριος Κομούτος, Μαρίνος Σιγούρος). Σε μικρότερα σκάφη επίσης βρίσκονται και αρκετοί Κεφαλλονίτες, καθώς και εθελοντές από τα Κύθηρα και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η κρητική συμμετοχή, με 22 Κρητικούς ευγενείς βενετικής και 6 ελληνικής καταγωγής να κυβερνούν γαλέρες. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων επίσης υπηρετούσαν ως στρατιώτες ή κωπηλάτες σε ενετικά πλοία. «Από την Κρήτη στρατολογήθηκαν στα τρία χρόνια του πολέμου γύρω στις 7.000 οπλίτες διαφόρων ειδικοτήτων και 9.000 κωπηλάτες» αναφέρεται χαρακτηριστικά, με τον ίδιο τον Δον Ιωάννη να θεωρεί ως πλέον αξιόμαχο τμήμα του ενετικού στόλου αυτό που είχε εξοπλιστεί και επανδρωθεί στην Κρήτη. Ακόμαη, πολλοί Έλληνες υπηρετούσαν και στον ισπανικό στόλο. Τα ονόματα των Ελλήνων καπετάνιων που πολέμησαν στη ναυμαχία, όπως αναφέρεται, περιλαμβάνουν τους Γεώργιο Καλλέργη, Στυλιανό Κονδυλάκη, Πέτρο Μπούα, Μιχαήλ Βιτσιμπάνο, Αντώνιο Τσιμάρα, Νικόλα Μουδινό, Γεώργιο Κοκκίνη, Νικόλαο Φισκάρδο, Αντώνιο Κουτσούβαλη, Δανιήλ Καλαφάτη, Μιχαήλ Σιγούρο, Φραγκίσκο Βομβίνο, Στυλιανό Χαλκιόπουλο, Ανδρέα Καλέγκα.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Όσον αφορά στην πλευρά των Οθωμανών, όπως αναφέρεται, εκτιμάται ότι μεταξύ των τουρκικών πληρωμάτων (περιλαμβανομένων κωπηλατών) το ποσοστό των Ελλήνων δεν ήταν μικρότερο του 30%. Γενικότερα, όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, μεταγενέστερες εκτιμήσεις (Φίνλεϊ) κάνουν λόγο για 30.000 Έλληνες μαζί και στους δύο στόλους, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους Έλληνες μαχητές, κυρίως Κρητικούς, που βρίσκονταν στην ομάδα που συγκρούστηκε και κατανίκησε την ισχυρή μοίρα της Κωνσταντινούπολης. Στην επίσημη ιστορία που συντάχθηκε με εντολή της Συγκλήτου της Βενετίας επαινείται η μεγάλη ανδρεία των Ελλήνων: «Το ιταλικό πεζικό κέρδισε πολλούς επαίνους. Και οι Ισπανοί δεν αξίζουν λιγότερους. Αλλά από όλους τους άλλους, οι Έλληνες έδειξαν περισσότερο θάρρος και πειθαρχία. Επειδή ήταν πιο συνηθισμένοι σε αυτό το είδος του πολέμου, και ήξεραν όλους τους τρόπους για να καταφέρουν πλήγματα και να αποφεύγουν να τα δέχονται οι ίδιοι, συμπεριφέρθηκαν πολύ αξιέπαινα και αποδοτικά».

    Η ναυμαχία

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Η εξιστόρηση της ναυμαχίας προέρχεται κυρίως από τα έργα των Χερέρα και Κονταρίνι, που εκδόθηκαν το 1572- οι Παρούτα και Νόουλς έγραψαν 20- 30 χρόνια μετά την αναμέτρηση, ενώ κάποια εικόνα προκύπτει και από τα έργα των Ρούφο και Ερσίγια, αλλά και από τον διάσημο για τον «Δον Κιχώτη», Μιγκέλ ντε Θερβάντες, ο οποίος, ως γνωστόν, πολέμησε στη ναυμαχία, χάνοντας μάλιστα το ένα του χέρι. Σημαντική πηγή είναι και ο Κουάρτι, αλλά και οι διηγήσεις του Ροσέλ Καγετάνο.

    Σε κάθε περίπτωση, οι στόλοι άρχισαν να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον, λαμβάνοντας τους προκαθορισμένους σχηματισμούς- με την οθωμανική δύναμη να έχει λάβει το σχήμα ημικυκλίου- ημισελήνου, επιδιώκοντας την υπερφαλάγγιση του στόλου του Ιερού Συνασπισμού, προκειμένου να χτυπηθεί από τα πλάγια. «Η απόστασις (ανάμεσα) στις δύο αρμάδες ήταν τόση, όση διανύει μια μπάλα κανονιού. Η τούρκικη ρίχτηκε ενάντια στη χριστιανική με άγρια κωπηλασία. Από τις γαλέρες τους αντηχούσαν φοβερά ουρλιαχτά, όχι γιατί είχαν πρόθεση να τρομάξουν μ’αυτόν τον τρόπο τους δικούς μας που τους παρακολουθούσαν σιωπηλά, αλλά γιατί ήταν τέτοια η συνήθεια, να εκτίθενται με κραυγές και να εκτοξεύουν ύβρεις στους αντιπάλους τους» (Καγετάνο).

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Όπως περιγράφει ο Μπιτσένο, μετά την προσευχή των πιστών και στις δύο πλευρές, «σαν κάποιο προϊστορικό τέρας που μούγκρισε προκλητικά σε μια λίμνη, μια άσφαιρη βολή από το μεγάλο κανόνι της “Σουλτάνας” έσπασε τη σιωπή, για να ξεκινήσει με παράξενη επισημότητα την τελετουργική διαδικασία της πρόκλησης και της απάντησης, με την οποία άρχιζαν οι μάχες εκείνη την εποχή. Η “Λα Ρεάλ” απάντησε με μια ένσφαιρη βολή, η “Σουλτάνα” συνέχισε με τον ίδιο τρόπο και ο οθωμανικός στόλος ξεχύθηκε μπροστά με όλη του την ταχύτητα, ανοίγοντας για να περάσει αριστερά και δεξιά από τις γαλεάσσες».

    Οι γαλεάσσες άνοιξαν πυρ με το βαρύ πυροβολικό τους, πλήττοντας τα οθωμανικά σκάφη και κλονίζοντας την ενότητα της παράταξής τους, καθώς, στρίβοντας, τα οθωμανικά πληρώματα εκτέθηκαν στο βαρύ πυροβολικό των χριστιανών, με τουλάχιστον δύο γαλέρες να γίνονται κομμάτια γρήγορα. Ωστόσο η ναυαρχίδα του Αλή κατάφερε να τις προσπεράσει, ερχόμενη αντιμέτωπη με τον Δον Ζουάν. Το τουρκικό πλοίο («Σουλτάνα») εμβόλισε τη χριστιανική γαλέρα («Λα Ρεάλ») στα πλάγια της πλώρης της, με το πυροβολικό και τα αρκεβούζια της δεύτερης όμως να προκαλούν τρομακτική ζημιά στο οθωμανικό σκάφος, θερίζοντας τους Γενιτσάρους που ετοιμάζονταν για ρεσάλτο- και τη σύγκρουση σώμα με σώμα να ξεσπά λυσσαλέα, με έφοδο των Χριστιανών στο εχθρικό πλοίο, ενώ οι δύο γαλέρες είχαν εμπλακεί. Παράλληλα, άρχιζε η συμπλοκή και των άλλων κοντινών πλοίων, ενώ παράλληλα η αριστερή πτέρυγα του χριστιανικού στόλου συγκρουόταν με την τουρκική δεξιά. Εκεί οι Οθωμανοί φάνηκαν να αποκτούν το πλεονέκτημα, λόγω του θανάτου του Μπαρμπαρίγο και της προώθησης κάποιων οθωμανικών γαλερών πίσω από τη χριστιανική παράταξη: Ο Μπαρμπαρίγο αποκόπηκε, έχοντας ξεχωρίσει μπροστά από τα υπόλοιπα σκάφη της μοίρας του, πολεμώντας σκληρά, μέχρι που τον ενίσχυσαν τέσσερις ενετικές γαλέρες υπό τον Βιτσέντζο Κουϊρίνι και ο ανιψιός του, Μαρίνο Κονταρίνι. Οι γαλέρες αυτές πολέμησαν σκληρά εναντίον υπέρτερων οθωμανικών δυνάμεων, μέχρι που ο Μπαρμπαρίγο χτυπήθηκε από βέλος στο μάτι, με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Ωστόσο οι δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού συνέχισαν να μάχονται σκληρά, ενισχυόμενες έτσι ώστε να μη διαρραγεί η συνοχή τους.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, σημαντικό φαίνεται ότι ήταν πως τα οθωμανικά κανόνια δεν έριχναν συντονισμένες ομοβροντίες με βάση παραγγέλματα από τη ναυαρχίδα, αλλά ακατάστατα- με αποτέλεσμα πολλά από τα βλήματά τους να περνούν πάνω από τα κατάρτια του Ιερού Συνασπισμού. Από την πλευρά του Ιερού Συνασπισμού, ακόμα και αν είναι σίγουρο πως δεν κράτησαν όλοι οι διοικητές «πειθαρχία πυρός», πολλοί ήταν αυτοί που έριχναν συντονισμένα, με αποτέλεσμα να ακούγεται τρομακτικός κρότος, που Ισπανοί ποιητές αργότερα θα παρομοίαζανμε τον ήχο της Δευτέρας Παρουσίας. Οι ομοβροντίες κλόνισαν το ηθικό των Οθωμανών, ενώ οι καπνοί από τις κανονιές είχαν διπλό αποτέλεσμα- αφ’ενός εμψυχώνοντας τους χριστιανούς, καθώς έβλεπαν πυκνούς καπνούς πάνω από τα τουρκικά σκάφη, και αφ’ετέρου εμποδίζοντας τους Οθωμανούς τοξότες να σημαδεύουν.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Στο δεξί της χριστιανικής παράταξης η σύγκρουση ήταν επίσης σφοδρή, καθώς εκεί βρίσκονταν αντιμέτωποι δύο ικανότατοι διοικητές, ο Αντρέα Ντόρια και ο Ουλούτς Αλί, οι οποίοι έκαναν ελιγμούς για αρκετή ώρα, προκειμένου να βελτιώσουν τις θέσεις τους. Ο Οθωμανός διοικητής ξανοίχτηκε παρασύροντας τον Ντόρια, τα πλοία του οποίου απομακρύνθηκαν, με αποτέλεσμα να προκύψει ρήγμα- το οποίο και ο Αλί εκμεταλλεύτηκε, εξαπολύοντας τη δική του επίθεση και καταλαμβάνοντας τη ναυαρχίδα των Ιωαννιτών Ιπποτών. Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν όταν κατέφθασαν ενισχύσεις από το κέντρο, φέρνοντας τους Οθωμανούς σε δύσκολη θέση και αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν. Παράλληλα, στο αριστερό κέρας των χριστιανών, οι Τούρκοι χάνουν τη μάχη, με τον Σιρόκο, διοικητή τους, να σκοτώνεται: Ο Σιρόκο άνοιξε υπερβολικά την πτέρυγά του και τα εσωτερικά τμήματα της πτέρυγας του Ιερού Συνασπισμού (υπό τον Τζιοβάνι Κονταρίνι και τον Μάρκο Κουϊρίνι) μπόρεσαν να κάνουν δικούς τους κυκλωτικούς ελιγμούς, ενώ οι γαλέρες των αδελφών Μπραγκαντίνο απέκλεισαν την οδό διαφυγής προς τη Ναύπακτο. Την οθωμανική ναυαρχίδα βύθισε ο Τζιοβάνι Κονταρίνι, μαζεύοντας τον Σιρόκο από το νερό βαριά τραυματισμένο και εκτελώντας τον. Κάπου εκεί «έσπασε» η οθωμανική παράταξη, με τις γαλέρες να σπεύδουν προς τα νησιά, με τα πληρώματά τους να ελπίζουν σε σωτηρία στην ξηρά. Ωστόσο, οι Ενετοί δεν είχαν τη διάθεση να πάρουν αιχμαλώτους, και η αντεπίθεσή τους ήταν σαρωτική, στέλνοντας και αγήματα για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη στεριά.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Καθώς οι χριστιανικές δυνάμεις αποκτούσαν το πάνω χέρι στα άκρα, η μάχη μαινόταν σκληρότατη στο κέντρο- και σε μια σχεδόν κινηματογραφική εξέλιξη, φάνηκε να κρίνεται στο επίκεντρό της, την ίδια την αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο ναυαρχίδες, όπου συγκρούονταν οι δύο ναύαρχοι, με τον νεαρό δον Ζουάν να μάχεται με το τεράστιο δίχειρο σπαθί του και τον Οθωμανό,φημισμένο τοξότη, να πολεμά με το τόξο του. Βορειότερα από τη «Λα Ρεάλ», πάνω στη ναυαρχίδα της Γένοβας, ο νεαρός Αλεσάντρο Φαρνέζε, παρά τους περιορισμούς του ως πρίγκηπας, συναγωνιζόταν σε τόλμη τον θείο του, δον Ζουάν, πηδώντας μόνο με άλλον έναν στρατιώτη στο κατάστρωμα μιας οθωμανικής γαλέρας και διασχίζοντάς την από άκρο σε άκρο κατακόβοντας εχθρούς, με τη μαύρη πανοπλία του να γίνεται κόκκινη από το αίμα. Παράλληλα, στη σφοδρότατη μάχη στο κέντρο διακρίνονταν ο Βενιέρ, ο Λορεντάν, ο Μαλιπιέρο και ο Καετάνι- ενώ υπάρχουν και κάποιες αναφορές για μια χριστιανή πολεμίστρια, ονόματι «Μαρία λα Μπαϊλαδόρα» που πολέμησε πάνω σε ισπανική γαλέρα, μεταμφιεσμένη σε άνδρα, στο πλευρό του αγαπημένου της, επιδεικνύοντας μεγάλη γενναιότητα. Μετά από δύο ώρες σκληρής μάχης με πολλές απώλειες εκατέρωθαν, και τα λάβαρα να ανεμίζουν πλάι πλάι, ξαφνικά αντήχησε η κραυγή «νικήσαμε» από πλευράς των Χριστιανών, καθώς ο Αλή είχε σκοτωθεί μαχόμενος, δεχόμενος μια σφαίρα στο κεφάλι- σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις, κάποιος του έκοψε το κεφάλι και το έδειχνε, ενώ κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι το κεφάλι του καρφώθηκε σε μια λόγχη και στήθηκε ψηλά για να φαίνεται, ή ότι ο δον Ζουάν διέταξε να το πετάξουν στη θάλασσα όταν του το έφεραν, αισθανόμενος αποτροπιασμό για την έλλειψη σεβασμού σε έναν άξιο αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η στιγμή που οι χριστιανοί μαχητές κατέβασαν το ισλαμικό λάβαρο και ανέβασαν στη θέση του το λάβαρο με τον σταυρό, η οθωμανική αντίσταση φάνηκε να καταρρέει ξαφνικά.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Η ναυμαχία είχε κριθεί. Γλαφυρή είναι η περιγραφή/ απολογισμός που περιέχεται στα απομνημονεύματα ενός ανώνυμου συγγραφέα, τον οποίο αναφέρει ο Γκουΐγιέν:

    «Η μεγάλη ένταση της μάχης διήρκεσε σχεδόν 4 ώρες, και ήταν τόσο αιματηρή και φοβερή, ώστε η θάλασσα και η φωτιά έμοιαζαν να έχουν γίνει ένα, καθώς πολλές τούρκικες γαλέρες καίγονταν και η επιφάνεια του νερού είχε γίνει κόκκινη από το αίμα…αλλά κυρίως πτώματα, χριστιανών και Τούρκων. Άλλοι ήταν νεκροί, άλλοι τραυματίες, άλλοι ήταν κομματισμένοι, ενώ κάποιοι δεν είχαν αφεθεί ακόμη στην έσχατη μοίρα τους και αγωνίζονταν να κρατηθούν στην επιφάνεια στις τελευταίες τους στιγμές, ενώ οι δυνάμεις τους τους εγκατέλειπαν…αλλά παρ’όλη αυτή τη δυστυχία οι άνδρες μας δεν αισθάνονταν οίκτο για τους εχθρούς…και ενώ αυτοί ζητούσαν έλεος, αντίθεται δέχονταν βολές από αρκεβούζια και χτυπήματα με τα κοντάρια».

    Ο απολογισμός και οι επιπτώσεις

    Όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, στη Ναύπακτο υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν πάνω από 40.000 άνδρες, ενώ ανέρρωσαν από τα τραύματά τους άλλοι 10.000- ειδικότερα, χαρακτηρίζεται ως η δεύτεςρη σε απώλειες μονοήμερη μάχη στην ευρωπαϊκή ιστορία μετά τη μάχη των Καννών το 216 π.Χ, όπου σκοτώθηκαν 58.000 μέσα σε λιγότερο από ένα τετραγωνικό μίλι. Οι περισσότερες εκτιμήσεις συμφωνούν στο ότι ένα σύνολο 8.000 ατόμων σκοτώθηκε επί τόπου από τον Ιερό Συνασπισμό. Συνολικά, οι απώλειες εκτιμάται ότι ανήλθαν σε 13.000 περίπου νεκρούς και τραυματίες που υπέκυψαν αργότερα, που αντιστοιχεί στο 20% του συνολικού έμψυχου δυναμικού του στόλου του Ιερού Συνασπισμού. Οι απώλειες σε πλοία εκτιμάται ότι ανήλθαν σε γύρω σε 17-20 γαλέρες. Όσον αφορά στις οθωμανικές απώλειες, από τον στόλο του Σουλτάνου διέφυγαν μόνο περίπου 40 γαλέρες και γαλιότες, καθώς η δυνατότητα πλεύσης κόντρα στον άνεμο επέτρεψε στην ομάδα του Ουλούτς Αλή να διαφύγει. Ο Κονταρίνι εκτιμά ότι σκοτώθηκαν 34 πλοίαρχοι σε ναυαρχίδες, 120 διοικητές σε γαλέρες, 25.000 ναυτικοί, στρατιώτες και κωπηλάτες. Οι Οθωμανοί αιχμάλωτοι ήταν συνολικά 3.486 και οι χριστιανοί σκλάβοι απελευθερώθηκαν ήταν περίπου 12.000. Οπότε ο συνολικός αριθμός των απωλειών για τον οθωμανικό στόλο ανέρχεται στις περίπου 41.000- το 53% από αυτούς που επέβαιναν στα τουρκικά πλοία. Όσον αφορά στα πλοία, υπολογίζεται πως αιχμαλωτίστηκαν 137 και 50 βυθίστηκαν.

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, επρόκειτο για μια συντριπτική ήττα για τους Οθωμανούς, που δεν είχαν χάσει μεγάλη ναυμαχία από τον 15ο αιώνα. Η νίκη χαιρετίστηκε από το σύνολο της Χριστιανοσύνης και αποδόθηκε στην Παναγία, επηρεάζοντας και τους υπόδουλους Έλληνες, που προέβησαν σε εξεγέρσεις σε αρκετά σημεία του ελλαδικού χώρου- χωρίς αποτέλεσμα όμως, και με συνέπεια σκληρά τουρκικά αντίποινα, καθώς ο Ιερός Συνασπισμός δεν συνέχισε το έργο της «σταυροφορίας» που φάνηκε να έχει αρχίσει με τη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί η επίδραση της ναυμαχίας στην ελληνική ναυτιλία: Όπως αναφέρει η Αλεξάνδρα Κραντονέλλη στο «Η σημασία της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου στην ανάπτυξη της Ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας» , από το 1573 εκδηλώνονται συστηματικά πειρατικές επιδρομές από Μαλτέζους, Ναπολιτάνους, Ισπανούς, Κορσικανούς, Γάλλους κατά νηοπομπών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να προσανατολίζονται στους Έλληνες και να αναθέτουν σε μικρά ελληνικά σκάφη των τουρκοκρατούμενων περιοχών τη μεταφορά των εμπορευμάτων τους.

    Από πλευράς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιδιώχθηκε η αναπλήρωση των απωλειών και αναδημιουργία του στόλου με μια τεράστια προσπάθεια: Μέσα σε έξι μήνες μετά τη ναυμαχία, πάνω από 150 γαλέρες και 8 γαλεάσσες είχαν ναυπηγηθεί – συνολικά κατασκευάστηκαν 250 πλοία, περιλαμβανομένων 8 εκ των μεγαλύτερων πολεμικών που είχε δει μέχρι τότε η Μεσόγειος, στόλος με τον οποίο οι Οθωμανοί κατάφεραν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ το 1573 το οθωμανικό ναυτικό ήταν σε θέση να απειλήσει και επιδράμει στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, ενώ το 1574 μπόρεσε να καταλάβει την Τύνιδα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως, με κλασική οθωμανική αλαζονεία, ο Μεγάλος Βεζίρης Μεχμέτ Σοκουλού, είπε στον Ενετό απεσταλμένο Μαρκαντόνιο Μπαρμπάρο πως η χριστιανική νίκη δεν προκάλεσε μόνιμη ζημιά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρομοιάζοντάς την με το «ξύρισμα μιας γενειάδας» (ενώ η απώλεια της Κύπρου παρομοιάστηκε με κομμένο χέρι).

    Η ναυμαχία της Ναυπάκτου: Σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών στις ελληνικές θάλασσες του 16ου
    Ωστόσο, παρά τους τυπικούς αυτούς τουρκικούς κομπασμούς μετά τη συντριπτική ήττα, τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται, καθώς, ακόμα και αν τα πλοία αντικαταστάθηκαν, δεν ήταν το ίδιο εύκολο να γίνει το ίδιο με τα πληρώματα, καθώς αποδείχτηκε αδύνατον να αντικατασταθούν οι εμπειροπόλεμοι ναύτες, κωπηλάτες και στρατιώτες που είχαν χαθεί (ειδικότερης βαρύτητας ήταν η απώλεια πολλών έμπειρων τοξοτών, που , όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν βασικό όπλο του οθωμανικού ναυτικού, πέρα από τα έμβολα και τα πυροβόλα)- και στην ουσία ο οθωμανικός στόλος απέφυγε οποιαδήποτε μεγάλη αναμέτρηση με τα χριστιανικά ναυτικά τα χρόνια μετά τη ναυμαχία. Επίσης, μετά το 1580, ο μεγάλος αυτός οθωμανικός στόλος αποσύρθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να σαπίσει. Παρά τις όποιες επιτυχίες είχαν σημειωθεί μέχρι τότε, η εποχή της τουρκικής υπεροπλίας στη Μεσόγειο είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί- ακόμα και αν η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε απλώσει την κυριαρχία της σε μεγάλο κομμάτι της νότιας ακτής της Μεσογείου, αυτή αποδίδεται κυρίως στα οφέλη της συμμαχίας με τη Γαλλία και τις χερσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η ισπανική ναυτική ισχύς είχε αρχίσει να ανατέλλει, συνεχίζοντας μέχρι και τον 17ο αιώνα να σημειώνει νίκες στη Μεσόγειο, τσακίζοντας μεγαλύτερους οθωμανικούς στόλους σε μια σειρά ναυμαχιών, φτάνοντας μέχρι και τις ακτές της Ανατολίας. Η οθωμανική κυριαρχία στη θάλασσα είχε τελειώσει προ πολλού.


    Κώστας Μαυραγάνης

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571)

    The Ottoman and the Venetian fleet during the Battle of Lepanto in 1571 – Camocio Giovanni Francesco – 1574.jpg
    Η ναυμαχία, απεικόνιση του 1574
    Χρονολογία 7 Οκτωβρίου 1571
    Τόπος Πατραϊκός κόλπος, Ιόνιο Πέλαγος
    Έκβαση Νίκη του Ιερού Συνασπισμού
    Αντιμαχόμενοι
    Στόλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
    Ενωμένος στόλος του Ιερού Συνασπισμού (Holy League) της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, της Σαβοΐας, της Νεάπολης και Σικελίας και του Παπικού Κράτους
    Ηγετικά πρόσωπα
    Καπουδάν πασάς
    Αλή Ζαζέ μουεζίν
    Κιλίτζ Αλή Πασάς
    Δον Χουάν της Αυστρίας
    Αλέξανδρος Φαρνέζε
    Τζοβάνι Αντρέα Ντόρια
    Δυνάμεις
    251 πλοία

    206 γαλέρες
    45 γαλιότες
    31.490 στρατιώτες
    50.000 ναύτες και κωπηλάτες
    750 όπλα[1]
    212 πλοία

    6 γαλεάσσες
    206 γαλέρες
    28.500 στρατιώτες[2]
    40.000 ναύτες και κωπηλάτες
    1.815 όπλα[1]
    Απώλειες
    20.000 νεκροί, τραυματισμένοι ή αιχμάλωτοι
    137 πλοία αιχμαλωτίστηκαν
    50 πλοία βυθίστηκαν
    12.000 Χριστιανοί ελευθερώθηκαν
    7.500 νεκροί
    17 πλοία χάθηκαν
    Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (ιταλ. Battaglia di Lepanto) είναι μια από τις σημαντικότερες ναυμαχίες στην παγκόσμια ιστορία. Αποτελεί, δε, ακόμη και ιστορικό σταθμό στη ναυτική τακτική, καθώς και στη ναυπηγική.

    Ονομασία
    Με την ονομασία Ναυμαχία της Ναυπάκτου παρέμεινε στην ιστορία η ναυμαχία που έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου του 1571, αφ’ ενός μεν μεταξύ των ενωμένων στόλων της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, των Ιπποτών της Μάλτας, του δουκάτου της Σαβοΐας, του δουκάτου του Ουρμπίνο, του μεγάλου δουκάτου της Τοσκάνης και του Πάπα υπό την ονομασία Lega Santa (Ιερή Ένωση), αφ’ ετέρου δε του ενιαίου στόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου -κοντά στις νήσους νότιες Εχινάδες και στο Ακρωτήριο Σκρόφα. Η ονομασία της, δε, προήλθε όχι από την πόλη της Ναυπάκτου, αλλά από την ονομασία (θέση) του Κόλπου που έγινε η ναυμαχία, επειδή τότε ολόκληρος ο Κόλπος ονομαζόταν από τους Ενετούς «Κόλπος της Ναυπάκτου». Οι Δυτικοί ιστορικοί χρησιμοποιούν την ονομασία Ναυμαχία του Λεπάντο (Naval Battle of Lepanto) από το μεσαιωνικό όνομα της πόλης.[3]

    Ιστορικό
    Μετά τη κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄, τον Αύγουστο του 1570, και τις επακόλουθες από τους Τούρκους σφαγές των παραδοθέντων Ενετών, αλλά και μετά την προκλητική στάση των Οθωμανών έναντι των χριστιανικών κρατών, άρχισαν τότε, με την πρωτοβουλία του μετέπειτα Αγίου Πάπα Πίου του Ε΄, τα χριστιανικά κράτη και μάλιστα η Ισπανία και η Βενετία, να συνάπτουν συμμαχίες για κοινές πολεμικές ενέργειες κατά των Οθωμανών, που απέβλεπαν κυρίως στη διάλυση του οθωμανικού στόλου και στην απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών.

    Συγκρότηση στόλων
    Έτσι, οι πλείστες δυνάμεις του συγκροτηθέντος συμμαχικού υπερ-στόλου των δυτικών χριστιανικών κρατών διατέθηκαν από τη Βενετία, που ήταν η περισσότερο πληγείσα στις κτήσεις της, ενώ στον στόλο της Ισπανίας συνενώθηκαν οι στόλοι της Νεάπολης και Σικελίας, που υπάγονταν σ’ αυτήν, καθώς και ο στόλος της Γένουας με τα σκάφη του Πάπα. Του ενετικού στόλου, που ήταν διαιρεμένος σε δύο μοίρες, ηγούνταν οι ναύαρχοι Σεμπαστιάνο Βενιέρ, Μάρκο Kουερίνι και Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, του παπικού στόλου ο ναύαρχος Μαρκαντόνιο Κολλόνα, του γενουατικού ο ναύαρχος Τζαναντρέα Ντόρια και τέλος του ισπανικού ο αδελφός του Βασιλέως της Ισπανίας Δον Ιωάννης ο Αυστριακός (Don Juan d’ Austria), υπό την αρχηγία του οποίου τέθηκε όλος ο στόλος. Έτσι, στα μέσα του 1571 ο στόλος αυτός συγκεντρώθηκε στη σικελική Μεσσήνη.
    Στις 17 Σεπτεμβρίου ο συμμαχικός στόλος, που αριθμούσε 6 Γαλεάσσες και Γαλέρες (σύνολο 212 πλοία), απέπλευσε από τη Μεσσήνη για τα ελλαδικά ύδατα, προς συνάντηση του οθωμανικού στόλου, μεταφέροντας δύναμη πεζικού περίπου 28.000 ανδρών: 10.000 Ισπανούς απλού πεζικού άριστης ποιότητας, 7.000 Γερμανούς και Κροάτες, 5.000 Ιταλούς μισθοφόρους πληρωμένους από την Ισπανία και 5.000 Βενετούς στρατιώτες. Στις 26 Σεπτεμβρίου ο συμμαχικός στόλος κατέπλευσε στην Κέρκυρα, όπου μετά από μικρή ανάπαυση απέπλευσε προς Νότο, όπου και παραπλέοντας την ηπειρωτική ακτή και φθάνοντας στις Εχινάδες νήσους του Κόλπου της Ναυπάκτου έγινε αντιληπτός ο οθωμανικός στόλος.

    Οι οθωμανικές γαλέρες επανδρώνονταν από 13.000 έμπειρους ναύτες, γενικά από ναυτικά έθνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ονομαστικά από Βέρβερους, Έλληνες, Σύρους και Αιγύπτιους, καθώς και 34.000 στρατιώτες. Έπλεε κι εκείνος προς συνάντηση του χριστιανικού. Αποτελείτο από 222 πολεμικές γαλέρες και 56 γαλιότες και μερικά μικρότερα πλοία. Αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου ήταν ο Καπουδάν πασάς Αλή Ζαζέ μουεζίν, έχοντας υπ’ αυτόν τον αρνησίθρησκο Ναπολιτάνο Μπέη του Αλγερίου Ουλούτς Αλή και τον Μπέη της Αλεξανδρείας Μεχμέτ Σιρρόκο.

    Ναυμαχία

    Η διάταξη των στόλων, αναπαράσταση του 1574
    Οι δύο στόλοι βρέθηκαν «εν αλλήλοις» (συναντήθηκαν) στις 7 Οκτωβρίου, οπότε και έλαβαν αμφότεροι παράταξη μάχης (τάξη μάχης). Το κέντρο του συμμαχικού στόλου κατείχε ο Δον Ιωάννης, τη διοίκηση της αριστερής πτέρυγας της παράταξης ανέλαβε ο Ενετός ναύαρχος Βαρβαρίγος, της δε δεξιάς ο Γενουάτης ναύαρχος Ντόρια, ενώ όπισθεν του κέντρου είχε παραταχθεί εφεδρική δύναμη. Αντίθετα, ο οθωμανικός στόλος απέβλεψε εξ αρχής στην κύκλωση των χριστιανικών πλοίων. Και πράγματι, ενώ φαινόταν πως είχε παρακάμψει την αριστερή πτέρυγα του συμμαχικού στόλου, επιτέθηκαν οι Ενετοί, οι οποίοι και διέσπασαν την αιγυπτιακή γραμμή, επιφέροντας την τέλεια καταστροφή της. Στην αρχική αυτή μάχη φονεύθηκαν ο Ενετός, αλλά και ο Αιγύπτιος ναύαρχος, ενώ διακρίθηκαν ιδιαίτερα τα επτανησιακά των Ενετών. Στον ίδιο χρόνο, στο κέντρο των παρατάξεων η μάχη ήταν σφοδρότερη, έφθασε μάλιστα να γίνεται «εκ του συστάδην», όταν τα πλοία άρχισαν να πλευρίζουν. Οι δε δύο ναυαρχίδες, του Δον Ιωάννη και του Καπουδάν Πασά, έφθασαν πολύ κοντά, βάλλοντας με τα τηλεβόλα τους, υπερτερούσε όμως η ισπανική, από το πυρ της οποίας φονεύθηκε ο Καπουδάν Πασάς και η ναυαρχίδα του τελικά κατελήφθη. Στη δεξιά όμως πτέρυγα υπερτερούσαν τα αλγερινά πλοία και, προσπαθώντας να τα περικυκλώσουν, τα πλοία του Ντόρια αναγκάσθηκαν ν’ ανοιχθούν με τα ιστία (πανιά) γρήγορα στο πέλαγος, απομονώθηκαν όμως και κινδύνεψαν. Τότε έσπευσαν προς βοήθειά του τα εφεδρικά πλοία της δεύτερης γραμμής, που ανέκοψαν τα αλγερινά και τα έτρεψαν σε υποχώρηση.

    Έτσι η ναυμαχία αυτή έληξε με πλήρη νίκη των συμμαχικών πλοίων, εκ των οποίων μόνο 15 βυθίστηκαν και φονεύθηκαν περί τους 8.000 εκ των πληρωμάτων τους. Οι απώλειες του οθωμανικού στόλου ήταν τεράστιες, μόλις 40 πλοία εκ των 273 διέφυγαν την καταστροφή ή την αιχμαλωσία, υπό τον Ουλούτς Αλή ή Κιλίτζ Αλή Πασά, (όπως ήταν το μετέπειτα όνομά του), στο δε έμψυχο οι απώλειες υπολογίσθηκαν σε 30.000 νεκρούς και 15.000 αιχμαλώτους εκ των οποίων 1.500 ήταν Έλληνες των ελλαδικών και τουρκικών παραλίων, που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στόλο και απελευθερώθηκαν.
    Την καταστροφή του τουρκικού στόλου συμπλήρωσε νυκτερινή καταιγίδα με μεγάλη τρικυμία στη θαλάσσια περιοχή, η οποία έπληξε τα τουρκικά πλοία που είχαν διαφύγει στα ανοικτά, εκ των οποίων σώθηκε μόνο η αλγερινή ναυαρχίδα.

    Συνέπειες
    Η καταστροφή του τουρκικού στόλου αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής και αποτέλεσε την αφετηρία μιας σειράς επαναστατικών και συνωμοτικών ενεργειών εναντίον των Τούρκων. Οι κινήσεις αυτές έγιναν με την ελπίδα της βοήθειας που υπόσχονταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας (Sacra Liga). Οι βοήθειες αυτές στην πραγματικότητα δεν ήλθαν ποτέ ή ήταν πενιχρές και οι επαναστατικές προσπάθειες δεν είχαν επιτυχία. Μαρτυρούν όμως τη ζωτικότητα και την έντονη εθνική συνείδηση των λαών της περιοχής και κυρίως των Ελλήνων. Οι προσπάθειες αυτές ατόνησαν μετά την έκρηξη του Τριακονταετούς Πολέμου (1618-1648), οπότε και άλλαξαν οι προτεραιότητες της πολιτικής των δυτικών δυνάμεων.[4]

    Από το 1573 εκδηλώνονται συστηματικά πειρατικές επιδρομές από Μαλτέζους, Ναπολιτάνους, Ισπανούς, Κορσικανούς και Γάλλους κατά νηοπομπών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι προσανατολίζονται στους Έλληνες και αναθέτουν σε μικρά ελληνικά σκάφη των τουρκοκρατούμενων περιοχών τη μεταφορά των εμπορευμάτων τους. Ο αποκλεισμός από το 1592 και ύστερα ξένων πλοίων από τη Μαύρη Θάλασσα συνέβαλε στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας. Τα ελληνικά πλοία ήταν ασφαλέστερα, διότι τα πειρατικά σκάφη επάνδρωναν στην πλειονότητά τους Έλληνες.[5]

    Λαογραφία

    Η «Ναυμαχία της Ναυπάκτου», Πίνακας του Πάολο Βερονέζε, Ακαδημία Καλών Τεχνών Βενετίας
    Όταν απαντηθήκανε
    οι δυο χοντρές αρμάδες
    βροντοκοπούν οι κανονιές
    γίνεται η μέρα νύχτα
    πλώρη με πλώρη σμίγουνε
    κατάρτι με κατάρτι
    λαμποκοπάνε τα λαμιά (=τα σπαθιά)
    βροντάνε τα τρομπόνια (=τα κανόνια)
    ποδάρια χέρια και κορμιά
    γιομίζουν τα καράβια
    σκοτώθη κι ο Αλή Πασάς (=ο ναύαρχος)
    το άξιο παλικάρι
    κι ο Ρήγας τη γαλεότα του (του Αλή)
    τη σέρνει από τη πρύμνη.
    Απόσπασμα από δημοτικό τραγούδι της Πάργας

    Σημειώσεις
    Στη Ναυμαχία αυτή έλαβε μέρος ως υπαξιωματικός της γαλέρας Μαρκέσα (Marquesa) ο μετέπειτα διάσημος Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Αν και άρρωστος με πυρετό την ημέρα εκείνη, ο Θερβάντες πολέμησε και πληγώθηκε τρεις φορές από σφαίρα, δύο στο στήθος και μία που του άφησε μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του χέρι. Στο «Ταξίδι στον Παρνασσό» (1614) αναφέρει ότι στη Ναύπακτο αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι «προς δόξαν του δεξιού» (υπαινισσόμενος την κατοπινή επιτυχία του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη). Ο Θερβάντες πάντα ένοιωθε υπερήφανος για τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία και πίστευε ότι είχε λάβει μέρος στην πιο ένδοξη μάχη που είδαν ή θα δουν οι αιώνες[6] (που όπως αποδείχθηκε ιστορικά δεν είχε άδικο), ενώ συμπλήρωνε σε κείμενό του γι’ αυτήν: «Την ημέρα εκείνη διαλύθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο η μέχρι τότε υφιστάμενη πεποίθηση ότι οι Τούρκοι ήταν στη θάλασσα αήττητοι».[7] Δυστυχώς, όμως, οι τότε Ηγεμόνες άργησαν πολύ να επωφεληθούν των νέων αυτών δυναμικών, που παρουσίασε εκείνη η ναυμαχία, σε αντίθεση με τη ναυτική τέχνη και βεβαίως τη ναυπηγική, που έσπευσαν αμέσως να προσαρμοστούν επ’ αυτών.
    Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου υπήρξε το τέλος των κωπήλατων πολεμικών πλοίων και η ανατολή των ιστιοφόρων στους κατά θάλασσα αγώνες. Μια ιστορική διαδρομή 2.500 ετών και πλέον, του κουπιού, που είχε ξεκινήσει από την Αργοναυτική εκστρατεία, έφθασε στο τέλος της, για να δώσει τη σειρά του στο πανί ως κύριο μέσο πρόωσης, που βεβαίως είχε ξεκινήσει εξ ανάγκης στα εμπορικά πλοία, λόγω των μεγάλων αποστάσεων που έπρεπε να καλύψουν, αλλά που δεν είχε δοκιμασθεί για περιορισμένες κατ’ έκταση ναυμαχίες. Σε αυτήν την τότε σύγχρονη εξέλιξη, η ναυτική τέχνη και η ναυπηγική προσαρμοζόμενες, άρχισαν να παρουσιάζουν τεράστια ιστιοφόρα, για να καταλήξουν στα λεγόμενα Δίκροτα και Τρίκροτα, που θα καλύψουν ανάγκες των επόμενων πέντε αιώνων, προκειμένου και αυτά να υποκλιθούν στη νεότερη γενιά του ατμού και του σιδήρου. Η ναυμαχία αυτή σήμανε, επίσης ,το τέλος των επιδιώξεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για μιαν έξοδο στον Ατλαντικό.


    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.